Στην καθημερινή κλινική πράξη ως ψυχολόγος, αλλά και ως μέλος αυτής της κοινωνίας έρχομαι αντιμέτωπη, όπως ενδεχομένως ερχόμαστε όλοι μας, με διάφορες κοινωνικές ιστορίες που σκιαγραφούν μια κοινωνική πραγματικότητα θραυσματικού τύπου, όπου τα άτομα (αλλά και οι συλλογικότητες), νιώθουν κατακερματισμένα, αδυνατούν να «ενώσουν τα κομμάτια τους», ώστε να δημιουργήσουν ένα αποτέλεσμα στη δική τους ζωή και των συνανθρώπων τους.
Τα
άτομα αυτά συχνά ταλανίζονται από
διάφορες ψυχικές διαταραχές, (εντός και
εκτός εισαγωγικών), βιώνουν συναισθήματα
δυσφορίας, μελαγχολίας, απουσίας
νοήματος, έλλειψης ικανοποίησης, έλλειψης
ενδιαφέροντος κλπ.
Παράλληλα, συχνά
αισθάνονται ένα γνωστικό και ταυτόχρονα
συναισθηματικό χάος και υπαρξιακό κενό,
μοναξιά, αδυναμία στοχοθεσίας, απουσία
προσανατολισμού, δυσκολία στη λήψη
απόφασης. Μοιάζουν πολλές φορές να
νιώθουν ή να είναι λίγο ή πολύ «εκτός
τόπου και χρόνου». Συγχρόνως, τα άτομα
αυτά αποτελούν τμήματα ενός λαού που
υφίσταται το ένα σοκ μετά το άλλο και
βιώνουν σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο
μια πολυδιάστατη κρίση.
Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε λοιπόν πως αυτές οι προσωπικές – κοινωνικές ιστορίες που φτάνουν στα γραφεία των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων συναντιούνται νοητά η μια με την άλλη, συνθέτοντας το μωσαϊκό της γέφυρας πάνω στην οποία περπατά η ιστορία του παρόντος διερχόμενη από τη νεωτερική στη λεγόμενη «μετανεωτερική» περίοδο.
Οι ιστορίες αυτές μοιάζουν με θραύσματα καθημερινής πραγματικότητας που περιγράφουν με βιωματικό τρόπο τις εσωτερικές αντιφάσεις των ατόμων των οποίων οι σταθερές και οι έως σήμερα αυτονόητες αξίες μοιάζουν να αμφισβητούνται.
