Σάββατο 3 Μαΐου 2014

ΘΑΝΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

   θανατίζοντας τῆν Ἀνάσταση.
   τοῦ π. Βασίλειου Χριστοδούλου

   Κι ὅμως, ὁ ἄνθρωπος - καί γιά νά γίνω σαφῆς ἀπ’ τήν ἀρχή ὁ Ἕλληνας χριστιανός - ἔχει τήν παγκόσμια μοναδικότητα-ἱκανότητα νά φεύγει ἀπ’ την Ἀνάσταση (ἔστω τήν δεκάλεπτη, τήν ἐν ἐξέδραις περίβλεπτη...) μέ τήν γεύση τοῦ θανάτου στό στόμα κι ὄχι μέ τήν ἀντήχηση «ἦχου καθαροῦ ἑορταζόντων» στά ἐγκάρδια σταυροθόλια.
Ἀντί νά κοινωνήσουμε Τόν θυσιαζόμενο ἐκούσια Ἀμνό, μετέχοντας στήν Ζωή πού ἀνατέλλει ἐκ τοῦ τάφου, ἐξακολουθοῦμε νά προσφέρουμε ἀνθρωποθυσίες, ἐπιλέγοντας καί πάλι τόν θάνατο.
Πρέπει νά εἴμαστε ἡ μοναδική χριστιανική χώρα πού μέ τό ξημέρωμα τῆς Πασχάλιας ἡμέρας ἀσχολεῖται ὄχι μέ τήν Ἀνάσταση ἀλλά μέ τόν θάνατο, μετρώντας τά θύματα μιᾶς πρωτοφανοῦς βαρβαρότητας, πού ἡ ξιπασμένη αἰσθητική ἔχει βαπτίσει ἔθιμο. 
Καταγράφω τόν φετινό ἀπόηχο: α. Ἀμερικανίδα ὑπήκοος χαροπαλεύει στήν ἐντατική μέ πολλαπλά τραύματα μετά ἀπό ἔκρηξη αὐτοσχέδιας κροτίδας πού ἀνεγκέφαλοι πέταξαν σέ ναό στή Σαντορίνη, σοβαρά τραυματισμένος καί ὁ σύζυγός της, β. νεκρός 24χρονος ἀπό μπαλωθιές πασχάλιου γλεντιοῦ στήν Κρήτη καί ἄλλος ἕνας κινδυνεύει νά χάσει τήν ὅρασή του, γ. Δύο ἄνθρωποι, ὁ ἕνας στό Ἀγρίνιο κι ὁ ἄλλος στό Ἠράκλειο Κρήτης κινδυνεύουν μέ ἀκρωτηριασμό ἑνός ἐκ τῶν ἄνω ἄκρων λόγω ἔκρηξης βεγγαλικῶν στά χέρια τους τό βράδυ τῆς Ἀνάστασης.
Κάθε χρόνο ἀναπαράγεται ἡ ἴδια δαιμονική κατάσταση μέ μοναδική ἀλλαγή τό ποῦ καί σέ ποιούς καί κανείς δέν φαίνεται νά ἀντιδρᾶ. Ὄχι μόνο δέν ἀντιδρᾶ, ἀλλά ἡ βαρβαρότητα βαπτίζεται ἔθιμο, διαφημιζόμενο γιά τήν προσέλκυση τουριστῶν.
Στό γνωστό χωριό τῆς Χίου (σέ χώρα Ὀρθόδοξη, νά τό ὑπενθυμίσω!) μέ τό ἄκουσμα τῆς νίκης καταπάνω στόν θάνατο, οἱ χριστιανοί ὡσάν ὑποστηρικτές τοῦ θανάτου βομβαρδίζουν τό ἄγγελμα ὡς βλασφημία, σάν νά μήν τό ἀντέχουν, σάν νά μή θέλουν νά τό ἀκούσουν. Οἱ δύο ἐνορίες χωρισμένες, νά ρουκετοβολοῦν ἡ μία τό ναό τῆς ἄλλης καί ὁ κόσμος πανικόβλητος νά τρέχει νά προστατευθεῖ, μετρώντας μέ τό ξημέρωμα τίς ὑλικές ζημιές σέ ναούς καί σπίτια. Εἶναι ὁ ἴδιος κόσμος πού στήν πλειοψηφία του ἔχει ἀγκαλιάσει τόν ἐπικίνδυνο αὐτό καί φρενοβλαβῆ παλιμβαρβαρισμό γιά τήν προσέλκυση τουριστῶν καί τήν εἰσροή χρήματος.
Τό ἀπόλυτα σχιζοφρενικό εἶναι, τό ἐν λόγῳ γεγονός νά προβάλλεται ἀπό τά τηλεοπτικά κανάλια ὡς ἔθιμο ἐντυπωσιακό, τήν στιγμή πού οἱ ἴδιοι τηλεοπτικοί ἐκφωνητές ἀριθμοῦν μέ περισσή στενοχώρια τά πασχάλια θύματα παρόμοιων «ἐθίμων» σέ ἄλλα μέρη τῆς πατρίδας μας.
Αὐτή ἡ βαρβαρότητα, ἄν θέλουμε ἐπιτέλους νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἀγκαλιάζεται ἀπό ὅλους, διότι τρέφει κατώτατα ἔνστικτα, ταΐζει μέ τόν ἐντυπωσιασμό της τήν ξελιγωμένη στά κράσπεδα τοῦ ἐπιπόλαιου, φτηνοῦ καί ἐπιδερμικοῦ ἀναζήτηση τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Ἐκτονώνει, δημιουργώντας τούς γνώριμους ἤχους γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο (τόν σαματᾶ). Δίνει πρόσκαιρο φῶς καί χρῶμα στή νύχτα χωρίς δέσμευση ζωῆς, δίχως ἀπαίτηση γιά συνέχεια (σάν τά Χριστούγεννα, μέ τήν διαφορά ὅτι ἐκεῖ δέν κινδυνεύεις ἀπ’ τά ψεύτικα ἔλατα, τά κακόγουστα μπαλκόνια καί τίς βιτρίνες), ἀντιμάχεται μέ λύσσα τό ἱλαρό φῶς τῶν κεριῶν, πού λιτανεύεται ἐξαπλωτικά μέσα στή νύχτα, μεταλαμπαδευόμενο μέ κίνηση ἐθελούσια, δοσίματος καί λήψης, ἄηχα καί μυσταγωγικά.
Ἡ ἴδια τακτική τοῦ διαβόλου ἀνά τούς αἰῶνες, νά λοιδορεῖ τήν Ἀνάσταση ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά τήν ἀκυρώσει, νά προσπαθεῖ νά τήν καλύψει ὅταν δέν γίνεται νά τήν ἀρνηθεῖ. Μόνο πού τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ δίνονταν «ἀργύρια ἱκανά» γιά νά κηρυχθεῖ τό γεγονός ὡς κλοπή νεκροῦ, ἐνῶ στίς μέρες μας δίνονται τά βεγγαλικά καί οἱ κροτίδες, γιά νά δημιουργηθοῦν νεκροί σέ πεῖσμα τῆς Ἀνάστασης...
Τό ἐπιπλέον θλιβερό καί στενόχωρο γιά μᾶς τούς ἱερεῖς καί γιά τήν Ἐκκλησία μας γενικότερα εἶναι, ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις πρόδρομος ὅλης αὐτῆς τῆς ἀθλιότητας - σίγουρα ἀνεπίγνωστα- εἴμαστε ἐμεῖς, οἱ ἱερεῖς. Δέν μιλῶ γιά τίς ἀποκαρδιωτικές ἐκεῖνες  ἱερατικές φιγοῦρες πού μαζί μέ τήν λαμπάδα καί τό θυμιατό ἀπό τό ἕνα χερί κρατοῦν καί τήν καραμπίνα στό ἄλλο πυροβολώντας στόν ἀέρα μέ τό «Χριστός Ἀνέστη» (κάθε χρόνο τέτοιες φιγοῦρες γίνονται περιζήτητες στίς τηλεοπτικές ἀρένες τῆς χλεύης καί τοῦ διασυρμοῦ) ἀλλά μιλῶ γιά τίς πάμπολλες ἐκεῖνες περιπτώσεις στίς ὁποῖες τό γεγονός τῆς Ἀνάστασης λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς δευτερεῦον στοιχεῖο, ἀφορμή πραγματοποίησης «ἐθίμων» ἐντυπωσιασμοῦ καί σαματᾶ, ἀφοῦ πάντοτε ἡ θρησκεία θά ταΐζει μέ ἐντυπωσιασμό καί θόρυβο τήν λιμοκτονοῦσα ὑπαρξιακή ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου.
Τό πρωινό τοῦ Μ.Σαββάτου κατά τήν διάρκεια τῆς ἑσπερινῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ.Βασιλείου (προάγγελος ὅλη ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως)  λαμβάνουν χώρα ἀπίστευτης φαιδρότητας γεγονότα. Ἱερεῖς νά ξεπηδοῦν ἀλαφιασμένοι ἀπό τήν Ὡραῖα Πύλη ψέλνοντας τό «Ἀνάστα ὁ Θεός...» τρέχοντας μέσα στό Ναό σάν νά ἔχουν πάρει φωτιά, ἄλλοι νά ἔχουν «κατηχήσει» ἀπό πρίν τό ἐκκλησίασμα νά φέρουν μαζί τους διάφορα κουζινικά σκεύη, τά ὁποῖα κτυποῦν μέ μανία στό ἄκουσμα τοῦ ἴδιου ψαλμικοῦ στίχου δημιουργώντας ἕνα πανδαιμόνιο φασαρίας, ἐνῶ ἄλλοι, περισσότερο πρακτικοί, ἔχουν καθοδηγήσει τό ποίμνιο νά κτυπᾶ μέ λύσσα τό ἀναρτώμενο μέρος τῶν στασιδίων δημιουργώντας καί πάλι σκηνικό μᾶλλον κόλασης παρά προμηνύματος ἀνάστασης, μαζί βέβαια μέ τά ἀνάλογα γέλια, σχόλια καί καλαμπούρια ἐν μέσω Θείας Λειτουργίας. Ὅλα αὐτά ὄχι μόνο σέ ἀπομακρυσμένα χωριά τῆς πατρίδας μας ἀλλά καί σέ κεντρικούς ναούς τῶν Ἀθηνῶν καί ἄλλων μεγάλων ἀστικῶν κέντρων καί πάντοτε μέ τή συνοδεύουσα, ἀνάλογη «θεολογική» τους τεκμηρίωση.
Πιστέψτε με, ὅτι αὐτό πού μέ στενοχωρεῖ περισσότερο δέν εἶναι ὁ σαματᾶς καί ὁ θόρυβος, ὅσο ἡ συνειδητοποίηση τοῦ ἀβάσταχτου κενοῦ νοήματος πού χάσκει πίσω ἀπ’ τόν σαματᾶ. Ἡ ἀδυναμία ἐγκαρδίωσης τῆς Ἀνάστασης, ἡ φρικτή μοναξιά τοῦ ᾄδη (τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ) πού ζεῖ ἡ καρδιά, πού βιώνει ὁ ἄνθρωπος, κάτω ἀπ’ τήν ἑορταστική ἐπιφάνεια πού τελετουργικά ὑποχρεώνεται νά γιορτάζει, εἶναι πού ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο σέ οὐρλιαχτά, σέ κρότο, σέ φασαρία, γιά νά καλυφθεῖ ὅπως - ὅπως τό κενό, ἡ ἀπουσία, ἡ ἐρημιά. Γιά σκεφτεῖτε το λίγο, ὅταν δέν μποροῦμε νά ὑπάρξουμε μέσα σέ μιά στιγμή μοναξιᾶς μιλᾶμε μόνοι μας ὥστε νά ἀκοῦμε τή φωνή μας, γιά νά δημιουργοῦμε τήν ψευδαίσθηση παρουσίας καί συντροφιᾶς ἤ πιό σύγχρονα νά τό ποῦμε... ἀνοίγουμε τηλεόραση.
Ὁ Εὐαγγελισμός καί ἡ Ἀνάσταση εἶναι τά δύο ἄκρα, ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς πραγματώσεως τοῦ «ἀπ’ αἰῶνος σεσιγημένου μυστηρίου». Ὁ Χριστός κατέρχεται στή γῆ μέσα σέ μήτρα παρθενική, τόσο ἀθόρυβα «ὡς ὑετός ἐπί πόκον», ἐνῶ παραγίνεται ὑπό τήν γῆ κατά τήν Ἀνάστασή Του μέ τρόπο μυστηριακά σεσιγημένο, ἀπρόσληπτο στά σωματικά αἰσθητήρια. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό γεγονός πού δέν μπορεῖ νά σταθεῖ σέ περιγραφή παρατηρητοῦ. Τό «πῶς» τῆς Ἀναστάσεως εἶναι τό ἴδιο ἀνεξιχνίαστο μέ τό «πῶς» τῆς σαρκώσεως, ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως εἶναι τό ἴδιο ἄφατος μέ τόν τρόπο τῆς ἀναγεννήσεως.
Τήν Ἀνάσταση δέν τήν χαζεύεις ρεμβόμενος, ἀλλά τήν συναντᾶς ὡς πρόταση ἐλπίδας, ὡς πρόταση ζωῆς στά ἔγκατα τῆς ὕπαρξής σου, στά καρδιακά ταμεῖα. Ἐκεῖ λαμβάνει χώρα ἡ Ἀνάσταση κι ὄχι κάπου ἔξω, «μετά παρατηρήσεως».
Τό γεγονός τῆς Ἀνάστασης κινεῖται σέ χῶρο πού δέν μπορεῖ νά διεισδύσει ἡ ἀνθρώπινη ἐμπειρία, γι’ αὐτό καί ἡ ὀρθόδοξη ἀπεικόνισή της γίνεται μέ τρόπο θεολογικά συμβολικό καί ὄχι «ἱστορικά» περιγραφικό.
Ἡ δέ ἡμέρα τοῦ Μ.Σαββάτου κηρύσσεται ὡς ἡ ἡμέρα τῆς ἀπόλυτης σιγῆς καί ὄχι τοῦ ἔκφρενου σαματᾶ. Ὅλη ἡ κτίση, κατά τήν ἐκπληκτική περιγραφή τοῦ Ἁγ.Ἐπιφανίου Κύπρου, ἀντιδρᾶ ἀμήχανα καί γι’ αὐτό ἐν σιγῇ ἀπέναντι στό ἀνεξήγητο γεγονός τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. «Τί τοῦτο σήμερον σιγή πολλή ἐν τῇ γῇ, σιγή πολλή, καί ἡρεμία πολλή, σιγή πολλή, ὅτι ὁ Βασιλεύς ὑπνοῖ, γῆ ἐφοβήθη, καί ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεός ἐν σαρκί ὕπνωσεν...». Μέσα στή σιγή αὐτή συναντῶνται, ἀφ’ ἑνός μέν ἡ συνειδητοποίηση τοῦ ἀδύνατου, ἡ Αὐτοζωή νά ὑφίσταται θάνατο, καί ἀφ’ ἑτέρου ἡ αἴσθηση μιᾶς ἀναμονῆς, τῆς προσδοκίας μιᾶς ἔκπληξης, τῆς ἑτοιμασίας γιά ἕνα γεγονός συμπαντικό πού αἰσθάνεσαι πῶς ἔρχεται.
Ἡ σιγή τοῦ Μ.Σαββάτου ἀλλά καί κάθε λειτουργική-προσευχητική-μυστηριακή σιγή θέτει σέ συναγερμό τόν ἔσω ἄνθρωπο. Κινητοποιεῖ στό ἔπακρον τήν καρδιακή εὐαισθησία, τήν ἀντιληπτική ἱκανότητά της. Ὁ θησαυρός δέν ἀφρίζει στήν ἐπιφάνεια, μαργαρίτης ἐντός κόχλου ὠκεάνειου βάθους ἀναζητᾶται καί εὑρίσκεται.
Ἡ σιγή συνιστᾶ τόν τρόπο συμπόρευσης μέ τόν Ἀναστημένο Κύριο, ἀφοῦ λειτουργεῖ ὡς κάθοδος στόν ᾄδη τῆς ἀπελπισίας καί μοναξιᾶς μας. «Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία καί στήτω μετά φόβου καί τρόμου καί μηδέν γήινον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω».
Ἡ μεγάλη λοιπόν θλίψη καί στενοχώρια γεννᾶται ἀπό τήν συνειδητοποίηση ὄχι μόνο τοῦ πόσο πολύ θρησκειοποιήσαμε τήν Ἐκκλησία καταφεύγοντας σέ ἐκκωφαντικές φαντασμαγορίες ταΐζοντας ἔτσι τήν περιέργεια καί ὄχι τήν ἀναζήτηση, ἀλλά καί τοῦ πόσο κωμικοί γινόμαστε στήν ἀγωνιώδη προσπάθειά μας νά μιλήσουμε γλῶσσα πού ποτέ δέν διδαχτήκαμε, νά πᾶμε ἄλλους ἐκεῖ πού ποτέ δέν βρεθήκαμε.
Διόλου παράξενο λοιπόν, πῶς μετά ἀπό μιά τέτοια «ἠχηρή» προετοιμασία τό Μ.Σάββατο τό πρωί, γιά τήν ὁποία εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς ὑπεύθυνοι, ἀκολουθεῖ ἡ λαϊκή βαρβαρότητα τῆς νύχτας.
Σκέφτομαι ἁπλῶς ἐκφώνως –δέν τολμῶ νά πῶ προτείνω- ἡ τελετή τῆς παννυχίδας νά μήν γίνεται στόν αὔλειο χῶρο, ἀλλ’ ἐντός τῶν ναῶν, χωρίς μεγάφωνα καί ντουντοῦκες, ὥστε οἱ παραφυλάσσοντες ρουκετοβόλοι νά μήν παίρνουν εἴδηση. Νά μήν σημαίνουν οἱ καμπάνες (ἡ χαρά ἄλλωστε δέν ξεκινᾶ ἀπ’ αὐτές ἀλλά μᾶλλον τήν ἐκφράζουν) καί νά παραμένει ἡ χαρά ἐκδηλούμενη μέ ἀσπασμούς καί φιλιά, μέ δάκρυα καί κεριά, μέ χτυποκάρδια καί ἀναφιλητά σέ ὅσους προσδοκοῦν τό μυστήριο ἐντός καί ὄχι στούς ἀναμένοντας τό θέαμα ἐκτός (διόλου δέν σημαίνει ἀποκλεισμό, ἴσα-ἴσα κάλεσμα-πρόκληση καί σ’ ἐκεἰνους ἀγαπητικό). Τό μήνυμα τῆς Ἀνάστασης κοινωνεῖται δέν ντουντουκίζεται. Νά ἀντιδράσουμε στήν βαρβαρότητα. Νά πάψουμε νά τῆς δίνουμε ἀφορμή.
Σέ ἄλλη περίπτωση ἐπαναφέρω τήν ἤδη διατυπωθεῖσα παλαιότερα ἀπό ἄλλους ἀδελφούς σκέψη, γιά μεταφορά τοῦ χρόνου τέλεσης τῆς Ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας ἀπό τά μεσάνυχτα τῆς Κυριακῆς (ἀφοῦ ἡ πρακτική αὐτή δέν ἔχει κανένα θεολογικό ἔρεισμα) στό «ὀψέ τῇ ἐπιφωσκούσῃ», ἐγγύτερα ἄλλωστε και στόν εὐαγγελικό χρόνο (καί γιά ἄλλους πολλούς λόγους πού δέν εἶναι τοῦ παρόντος). Θά δινόταν ἕνα καίριο πλῆγμα στό ἔθιμο, στήν κυριαρχία τοῦ φολκλόρ καί τοῦ ἀνοημάτιστου.
  Χριστός Ἀνέστη,
 ἀδελφοί μου
σέ διαιώνιο πεῖσμα ὅλων τῶν θανάτων!!