Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Κόλλυβα ἑτοιμάζουμε τά Ψυχοσάββατα (δήλ. τά Σάββατα πρίν τίς Κυριακές τῆς Ἀπόκρεω, τῆς Τυρινῆς καί τῆς Ἅ΄ Νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί τό Σάββατο πρίν τήν Κυριακή της Πεντηκοστῆς) καθώς καί κάθε φορά πού θέλουμε νά τελέσουμε στό Ναό ἐπιμνημόσυνη δέηση γιά τήν ἀνάπαυση τῶν ἀγαπημένων κεκοιμημένων μας προσώπων. Τά κόλλυβα συμβολίζουν τήν κοινή ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων. Δήλ, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιταριοῦ πέφτει στή γῆ, θάβεται καί χωνεύεται καί σαπίζει χωρίς ὅμως νά φθαρεῖ καί στή συνέχεια φυτρώνει καλύτερος καί ὡραιότερος, ἔτσι καί τό νεκρό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου θάβεται στή γῆ καί σαπίζει, γιά νά ἀναστηθεῖ καί πάλι ἄφθαρτο καί ἔνδοξο καί αἰώνιο. Τήν ὡραία αὐτή εἰκόνα μας δίδει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν Ἅ΄ πρός Κορινθίους Ἐπιστολή (κέφ. 12, στίχοι 35-44). Τήν ἴδια εἰκόνα γιά τήν Ἀνάστασή Του χρησιμοποίησε καί ὁ Χριστός (εὐαγγέλιο Ἰωάννη, κέφ. 12, στίχ. 24).

Τό Κόλλυβο εἶναι βρασμένο σιτάρι, τό ὁποίο εἶναι σύμβολο τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ἐπειδή τό ἀνθρώπινο σῶμα τρέφεται καί αὐξάνει μέ τό σιτάρι.  Ὁ λόγος γιά τόν ὅποιο βράζουμε τό σιτάρι εἶναι, γιά νά φανερώνεται μέ τό βράσιμο ἡ διάλυση καί ἡ φθορά τῶν σωμάτων τῶν κεκοιμημένων, τῶν ὁποίων σύμβολα εἶναι τά κόλλυβα. Καί ὅπως τό βρασμένο σιτάρι δέν μπορεῖ βέβαια νά βλαστήσει μέ φυσικό τρόπο, μπορεῖ ὅμως καί παραμπορεῖ μέ ὑπερφυσικό, δηλαδή μέ τήν ἄπειρη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔτσι παρομοίως καί τά νεκρά σώματα, τά ὅποια ἔχουν διαλυθεῖ στά μέρη ἀπό τά ὅποια συναρμόσθηκαν, δέν μποροῦν βέβαια μ' φυσικό τρόπο νά ἀναστηθοῦν καί νά ξαναζωντανέψουν, ἀλλά μόνο μέ τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Γί΄ αὐτό ὅλοι ὁμολογοῦμε ὅτι ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἶναι ἔργο πού ξεπερνᾶ ὅλους τους ὅρους τῆς φύσεως.
Ἡ καθιέρωση ἀπό τήν Ἐκκλησία εἰδικῶν τελετῶν καί προσευχῶν ὑπέρ «μακαρίας μνήμης καί ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν» τῶν ἐν Χριστῷ κοιμηθέντων, ἐκ μέρους τῶν ζώντων ἀκόμη ἀδελφῶν τους, ὀφείλεται σέ δογματικούς λόγους, ἀλλά κληρονομιᾶς προχριστιανικῶν θρησκευμάτων.
  
    Μέ αὐτά ὑποβάλουμε αἴτηση χάριτος γιά τούς κεκοιμημένους μας στόν δίκαιο Κριτή, ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ἡ τελική κρίση ἀκόμη δέν ἔγινε. Κατά τήν τελετή τῆς σχετικῆς ἱεροπραξίας ὁ ἱερέας εὔχεται ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων (προσευχές), ἐνῶ οἱ συγγενεῖς, τρώγοντας τά κόλλυβα μέ τό σχετικό κέρασμα ἤ τό γεῦμα πού συνήθως προσφέρεται (ἐλεημοσύνες), εὔχονται  «Ὁ Θεός νά τόν ἀναπαύσει».
   

Χρόνος τέλεσης τῶν μνημοσύνων.
    Ἡ διάκριση τῶν Μνημόσυνων σέ «τρίτα», «ἔνατα» κτλ εἶναι παλαιότατη καί ἀπαντᾶ στίς Ἀποστολικές Διαταγές. Τά «τριήμερα» πού κάνουμε μετά τό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μας, τελοῦνται κατά τόν τύπο τῆς Ἁγίας Τριάδας καί διά τόν τριημέρως ἐγερθέντα Χριστό, τόν ὁποῖο παρακαλοῦμε νά ἀναπαύσει τόν κοιμηθέντα μετά δικαίων. Τά ἐννιάμερα μνημόσυνα τελοῦνται ἐπειδή στίς ἐννέα ἡμέρες ἀρχίζει νά διαλύεται ὁ κοιμηθεῖς «εἰς τά ἐξ ὤν συνετέθη» καί παρακαλοῦμε τόν Θεό νά τόν συγκαταριθμήσει μέ τά ἐννέα ἄυλα τάγματα τῶν Ἀγγέλων. Τά σαραντάμερα ἤ τεσσαρακονθήμερα τελοῦνται ἐπειδή τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα λαμβάνεται ἡ ἀπόφαση γιά τόν κοιμηθέντα καί ἀπέρχεται ὅπου κρίνει ὁ φιλάνθρωπος Θεός (ἐκ δεξιῶν ἤ ἐξ ἀριστερῶν) ἀνάλογα μέ τή ζωή του.
     
Ἐκτός αὐτῶν τῶν μνημοσύνων κάνουμε τά τρίμηνα, ἑξάμηνα, ἐννιάμηνα καί τά ἐτήσια. Μποροῦμε ὅμως καί ὅποτε θέλουμε νά κάνουμε κόλλυβα, ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἐφ’ ὅσον θέλουμε νά φροντίσουμε συχνότερα τά προσφιλῆ μας κεκοιμημένα πρόσωπα.   Τά μνημόσυνα τελοῦνται κανονικά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πού εἶναι ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, ἐνῶ τίς καθημερινές τελοῦνται τρισάγια.  Τίς Κυριακές, κανονικά, δέν τελοῦνται μνημόσυνα ἐπειδή εἶναι ἡμέρα ἀναστάσεως.
Ἐπειδή παρατηροῦνται συγχύσεις, διευκρινίζεται ὅτι τά Ψυχοσάββατα εἶναι δύο:
Τῆς Ἀπόκρεω καί τῆς Πεντηκοστῆς.
Μνημόσυνα τελοῦνταi καθ' ὅλο τό ἔτος, ἐκτός τῶν ἑξῆς ἡμερῶν :
Ἀπό τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου μέχρι καί τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ
Ἀπό τῆς 25ης Δεκεμβρίου μέχρι καί τῆς 6ης Ἰανουαρίου
Τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς καί τήν 15η Αὐγούστου (ἐκτός ἐξαιρέσεων).  
Ἐπίσης, καλόν εἶναι νά ἀποφεύγωνται, γιά πρακτικούς λόγους, κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές καί κατά τήν πανήγυρι τοῦ Ναοῦ.