Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ


Κατάκριση
Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστὼφ


Λύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου ποτὲ δὲν θὰ βρεῖς, ὅσο δὲν ἐφαρμόζεις τὴν ἐντολὴ καὶ τὴν προειδοποίηση τοῦ Κυρίου: "Μὴ κρίνετε ἴνα μὴ κριθεῖτε ἐν ὢ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ὢ μέτρω μετρᾶτε μετρηθήσεται ὑμίν" (Ματθαῖος 7. 1-2). Ποτὲ νὰ μὴν κρίνεις, Γιατί ἕνας εἶναι μόνο ὁ Κριτής, ποὺ θὰ κρίνει ζώντας καὶ νεκρούς. Κοίτα μόνο τὸν ἑαυτό σου καὶ τὰ ἔργα σου, γιὰ τὰ ὁποία θὰ κριθῆς. Δὲν βλέπεις πόσες ἁμαρτίες ἔχεις; Πῶς τολμᾶς λοιπὸν νὰ κατακρίνεις τὸν ἄλλον; Μὴν κρίνεις ἂν δὲν θέλεις νὰ κατακριθεῖς. Μὴν κρίνεις, Γιατί εἶσαι κι ἐσὺ ἔνοχός της ἴδιας ἁμαρτίας. "Ἀναπολόγητος εἰ, ὢ ἄνθρωπε, πᾶς ὁ κρίνων ἐν ὢ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων" (Ρωμαίους 2. 1).
Ἐρεύνησε καὶ καλλιέργησε τὸν ἑαυτό σου, καὶ μὴν ἀσχολεῖσαι μὲ τὰ ξένα ἁμαρτήματα. Δὲν θὰ δώσεις λόγο στὸν Θεὸ γι' αὐτά, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά σου. Σοῦ ζήτησε κανεὶς νὰ παρατηρεῖς καὶ νὰ καταγραφῆς τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων; ἀντίθετα, ἔχεις ὑποχρέωση νὰ παρακολουθεῖς τὴ δική σου πνευματικὴ πορεία: εὐαρεστεῖς τὸν Κύριο; Ἐκτελεῖς τὶς ἐντολές Του; Ἀκολουθεῖς τὰ ἴχνη Του; Μιμεῖσαι τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων; Εἶναι κάθε πράξις, κάθε λόγος, κάθε σκέψις σου ἀρεστὰ στὸν Θεό;

Ποιός, ἀλήθεια, εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;

Ποιὸς θὰ βρεθεῖ ἀνένοχος; Μήπως ἐσύ; Προφήτης τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ βασιλιὰς Δαβίδ, κι ὅμως ἐβόησε: "Ἐν ἀνομίες συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μὲ ἡ μήτηρ μου" (Ψαλμοὶ 50. 7). Ὁ ἕνας εἶναι ἔνοχος σὲ τοῦτο, ὁ ἄλλος σ' ἐκεῖνο. Ὁ ἕνας στὸ μεγάλο, ὁ ἄλλος στὸ μικρότερο. Ὅλοι ἁμαρτωλοί, ὅλοι ἔνοχοι, ὅλοι ἄνομοι, ὅλοι ἀναπολόγητοι. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅλοι ἐλπίζουμε στὴ φιλανθρωπία Του. Διότι "οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου πᾶς ζῶν" (Ψαλμοὶ 142. 2). Γι' αὐτὸ μὴν κατακρίνεις αὐτοὺς ποὺ σφάλλουν. Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλός του Κυρίου, ἀρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δεῖς κάποιον νὰ ἁμαρτάνει, μὴν τὸν καταδικάσεις, μὴν τὸν κακολογήσεις, μὴν τὸν διασύρεις, μὴν τὸν ἐξουθενώσεις. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσεις τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσεις τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσεις κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορεῖς διόρθωσε τὸν μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωση.  Ἂν δὲν μπορεῖς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα.  Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά.

Σοῦ θυμίζω ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὸ Γεροντικό, καὶ κράτησε τὸ στὴ μνήμη σου: Πῆγε κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Θηβαῖος σὲ κάποιο μοναστήρι. Ἐκεῖ εἶδε ἕναν ἀδελφὸ νὰ σφάλλει καὶ τὸν κατέκρινε. Μόλις ὅμως ἔφυγε καὶ βγῆκε στὴν ἔρημο, παρουσιάσθηκε ἕνας Ἄγγελος Κυρίου, στάθηκε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ κελιοῦ του καὶ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ μπεῖ. Ἐκεῖνος τότε τὸν παρακαλοῦσε νὰ τοῦ ἐξήγηση τὴν αἰτία. Καὶ ὁ Ἄγγελος τοῦ ἀποκρίθηκε: "Ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε νὰ σὲ ρωτήσω: Ποῦ προστάζεις νὰ βάλω τὸν ἀδελφὸ ποῦ ἔκρινες;" Ἀμέσως ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ κατάλαβε τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Ἀγγέλου καὶ τοῦ ἔβαλε μετάνοια λέγοντας: "Ἁμάρτησα, συγχώρησε μέ". Ὁ Ἄγγελος τότε τοῦ εἶπε: "Σήκω, σὲ συγχώρησε ὁ Θεός. Καὶ φυλάξου ἀπὸ δῶ καὶ πέρα, νὰ μὴν κρίνεις κανένα πρὶν τὸν κρίνει ὁ Θεός".

Ε.Ν.